Γεννήθηκε στο Busseto κοντά στην Cremona και πέθανε στο Μιλάνο. Έγραψε
σχεδόν αποκλειστικά όπερες ( )
και εκκλησιαστικά έργα. Η πρώτη όπερα του Βέρντι που ήταν ήδη μουσικός
διευθυντής στη γενέτειρά του, δεν είχε αξιόλογη επιτυχία. Η δεύτερη δε,
την οποία συνέθεσε, ενώ όλη η οικογένειά του πέθανε από επιδημική ασθένεια,
απέτυχε παταγωδώς. Η τρίτη όπερά του το έτος 1842 με τον τίτλο «Nabucco»
( )
είχε τεράστια διεθνή επιτυχία. Μέχρι το 1850 έγραψε ο Βέρντι άλλες 13 όπερες,
οι οποίες είχαν συνήθως πατριτωικά και ιστορικά θέματα, με τα οποία έγινε
ο Βέρντι εθνικός ήρωας του Risorgimento, των αγώνων του ιταλικού λαού ενάντια
στην ξένη κατοχή και υπέρ της ένωσης της Ιταλιάς σε ένα κράτος. Το έργο
του «Η μάχη του Legnano» (1849) είχε πρεμιέρα λίγο πριν εισέλθει ο Γαριβάλδης
νικητής στη Ρώμη.
Η επόμενη ομάδα έργων του Βέρντι ήταν οι γνωστές μέχρι σήμερα όπερες
«Rigoletto» (1851), «Il Trovatore» (1853) και «La Traviata» (1853), στις
οποίες παρουσιάζει τον αγώνα ταπεινωμένων ανθρώπων για την ανάκτηση της
αξιοπρέπειάς τους. Στα έργα που έγραψε σε μεγαλύτερη ηλικία ανήκει η «Aida»
( ),
που γράφτηκε κατά παραγγελία και την οποία παρουσίασε το 1871 στα εγκαίνια
της διώρυγας του Σουέζ.
Με δύο εκκλησιαστικά έργα, «Te Deum» (1895) και «Stabat Mater» (1897)
έκλεισε ο δημιουργικός κύκλος του Βέρντι, ο οποίος οδήγησε τη μακρά παράδοση
της ιταλικής όπερας σε μια νέα, αλλά μάλλον τελευταία κορυφή, αφού αυτό
το μουσικό είδος που ξεκίνησε πριν από 3 αιώνες με τον Μοντεβέρντι,
πέρασε στη φάση οριστικής παρακμής. |