Οι σημαντικότεροι άνθρωποι... Stelios Frangopoulos
 
Constantinus Flavius Valerius Aurelius (272 - 337)

Ο Ρωμαίος στρατηγός Κωνσταντίνος Φλάβιος Βαλέριος Αυρήλιος Γάιος Κλαύδιος έμεινε στην Ιστορία της Ευρώπης ως Κωνσταντίνος ο Μέγας, λόγω του μεταρρυθμιστικού έργου του στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η εκκλησία τον ονόμασε ισαπόστολο και τον ανακήρυξε άγιο, επειδή κατέστησε το χριστιανισμό επίσημη θρησκεία του ρωμαϊκού κράτους. Το έτος γεννήσεώς του δεν είναι ακριβώς γνωστό, αναφέρονται τα έτη 280 και 288. Γεννήθηκε στην πόλη Naissus (σήμερινή Νις της Γιουγκοσλαβίας) και ήταν γιος τού Κωνστάντιου Χλωρού, διοικητή των πραιτωριανών του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού και της Ελένης, από το Δρέπανο Βιθυνίας. Όταν ο Κωνστάντιος ανακηρύχθηκε από το στρατό Καίσαρ της δυτικής αυτοκρατορίας, έστειλε το γιο του Κωνσταντίνο ως όμηρο στον ανατολικό αυτοκράτορα Διοκλητιανό.

Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στη Ρώμη όταν ο πατέρας του ανακηρύχθηκε το 306 Αύγουστος, ο οποίος όμως πέθανε μέσα στο ίδιο έτος. Ένα μέρος του στρατεύματος ανακήρυξε νέο δυτικό Καίσαρα τον Κωνσταντίνο, αλλά κάτι αντίστοιχο συνέβη και με άλλα στρατεύματα στη Ρώμη που ανακήρυξαν τον Μαξέντιο. Στην παρηκμασμένη πλέον ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν παίρνονταν οι αποφάσεις για την πολιτική ηγεσία στη σύγκλητο αλλά στους στρατώνες. Έτσι προέκυψε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο διεκδικητών, την οποία κέρδισε ο Κωνσταντίνος σε αποφασιστικές μάχες στη Βερόνα και κοντά στη Μιλβία γέφυρα της Ρώμης (312). Με τον μοναδικό πλέον ανταγωνιστή για την απόλυτη εξουσία, Λικίνιο, σύζυγο αδελφής του Κωνσταντίνου και αυτοκράτορα του ανατολικού κράτους, ήρθε ο Κωνσταντίνος σε πολεμική σύγκρουση το 324 στην Ανδριανούπολη και Χρυσούπολη. Μετά την ήττα του Λικίνιου επικράτησε ο Κωνσταντίνος ολοσχερώς, ενώ ένα έτος μετά δολοφόνησε για κάθε ενδεχόμενο και τον Λικίνιο. Η τετραρχία δεν είχε βέβαια καταργηθεί ακόμα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ο Κωνσταντίνος διόρισε όμως παντού συγγενείς του, με αποτέλεσμα να είναι μοναδικός πραγματικός ηγέτης όλου του κράτους (totius orbis imperator).

Αν και ακόμα υπό τον Διοκλητιανό οργανώθηκαν μεγάλες διώξεις χριστιανών, ο Κωνσταντίνος στράφηκε στο χριστιανισμό και τον αναγνώρισε ως επίσημη θρησκεία. Ο θρύλος αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος ήταν αρχικά διώκτης των Χριστιανών, περιέπεσε όμως σε απόγνωση όταν προσβλήθηκε από λέπρα, από την οποία τον έσωσε ο θαυματοποιός χριστιανός ιερωμένος Συλβέστρος. Προς επιβεβαίωση της σωτηρίας του είδε ο  Κωνσταντίνος, σύμφωνα με το θρύλο, ένα όραμα, πριν από την τελική μάχη εναντίον του Μαξέντιου, με ένα σταυρό και άκουσε φωνή να του λέει «Εν τούτω νίκα!»  Ο Κωνσταντίνος προσχώρησε από ευγνωμοσύνη στο χριστιανισμό και όρισε τον Συλβέστρο (Actus Sylvestri) επίσκοπο (πάπα) της Ρώμης. Το τμήμα του θρύλου που σχετίζεται με την ασθένεια του Κωνσταντίνου αμφισβητείται από την ανατολική Εκκλησία, γιατί από αυτό συνάγουν οι Δυτικοί ότι ο αυτοκράτωρ ανέθεσε στον Συλβέστρο, πέρα από την επισκοπή της Ρώμης και την εξουσία στο χριστιανικό κόσμο γενικότερα (βλέπε επόμενα).

Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο αυτοκράτωρ διέβλεψε τους κινδύνους που εγκυμονούσε για τη συνοχή της απέραντης αυτοκρατορίας η πολυδιάσπαση του πληθυσμού σε ανταγωνιστικές θρησκείες, ο οποίος πληθυσμός απαρτιζόταν από λαούς με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις και διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο. Με την επιβολή ως συνεκτικής ιδεολογίας μιας νέας θρησκείας, χωρίς συγκεκριμένες εθνικές αναφορές και χωρίς ανάγκη ορθολογικής επιβεβαίωσης των δογμάτων, λόγω της εξ αποκαλύψεως προέλευσής της, πιστευόταν ότι θα ξεπεραστούν οι εγγενείς εθνικές και κοινωνικές αντιθέσεις που οδηγούσαν σε εξεγέρσεις και αποσχίσεις. Βέβαια, οι κοινωνικές και εθνικές αντιθέσεις και η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, ιδίως στις ανατολικές και αφρικανικές επαρχίες, οι οποίες προμήθευαν και τα σιτηρά για τη διατροφή των μεγάλων πόλεων, οδήγησε στο φαινόμενο των χριστιανικών «αιρέσεων» με, κατά κανόνα, ασήμαντες διαφοροποιήσεις από τα κεντρικά δόγματα.

Ο Μοντεσκιέ και άλλοι διανοούμενοι του 18ου αιώνα θεωρούν ότι η ίδρυση του «βυζαντινού» κράτους, όπως το ονόμασαν για να διαφοροποιηθεί αυτό από τον (αρχαίο) ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό, με υιοθέτηση νέας θρησκείας, μετακίνηση της πρωτεύουσας και ριζική διοικητική ανασύνταξη, απετέλεσε στρατηγική κίνηση της ηγετικής τάξης μεγαλοκτηματιών και υψηλών στελεχών της διοίκησης και του στρατού, για διαφυγή από το παρελθόν τής παρηκμασμένης και παραπαίουσας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με ιδεολογική επικάλυψη το χριστιανισμό.

Μετά την άνοδό του στο θρόνο πήρε ο νέος αυτοκράτωρ στα ανάκτορα τη μητέρα του, Ελένη, η οποία ήταν ήδη χριστιανή και αργότερα την ανακήρυξε Αυγούστα. Πάντως, ο ίδιος βαφτίστηκε σύμφωνα με τη χριστιανική εξιστόρηση λίγο πριν πεθάνει. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του μετέφερε ο Κωνσταντίνος αρκετές φορές την πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους, από την Trier (σήμερα Γερμανία) μέχρι το Βυζάντιο (324) που μετωνομάστηκε σε Νέα Ρώμη αλλά σταδιακά επικράτησε να λέγεται Κωνσταντινούπολη και εγκαινιάστηκε το 330. Στη νέα πρωτεύουσα αδρανοποίησε ο Κωνσταντίνος οριστικά τη σύγκλητο και εγκαθίδρυσε μία απολυταρχική εξουσία τού αυτοκράτορα ως αντιπροσώπου του θεού επί της γης, δρομολογώντας έτσι την ιστορία του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (Ρωμανία), το οποίο προοδευτικά ελληνοποιήθηκε και διήρκεσε μέχρι την κατάλυσή του από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453.

Ο Κωνσταντίνος προώθησε την οικοδόμηση σημαντικών κτηριακών έργων, ανάμεσά τους τον πρόδρομο ναό του σημερινού 'Αγιου Πέτρου της Ρώμης, τις εκκλησίες της γέννησης και του τάφου του Ιησού στην Ιερουσαλήμ, καθώς επίσης τον καθεδρικό ναό της πόλης Trier. Δημιούργησε όμως και ορισμένους χώρους λατρείας εθνικών θρησκειών. Κυριότερο έργο του στον οικοδομικό τομέα ήταν όμως η πλήρης και με τεράστιο οικονομικό κόστος ανοικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης ως νέας πρωτεύουσας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.

Η ανακήρυξη του Κωνσταντίνου σε άγιο της χριστιανικής θρησκείας, μαζί με τη μητέρα του Ελένη, έγινε επειδή, σύμφωνα με το θρύλο, επισκέφτηκαν την Παλαιστίνη (η μητέρα του ήδη 79 ετών) και ανακάλυψαν το σταυρό του Ιησού. Σ' αυτή την αγιοποίηση παραβλέφτηκαν βέβαια αρκετά μελανά σημεία στη ζωή του Κωνσταντίνου, όπως ότι κατόπιν εντολών του δολοφονήθηκαν κατά καιρούς ο πρώτος γιος του Κρίσπος και η δεύτερη σύζυγός του Φαύστα (326), καθώς επίσης διάφοροι άλλοι συγγενείς του, επειδή υπήρχαν υποψίες ότι συμμετείχαν σε συνωμοσίες εναντίον του. 

Ορισμένες από τις αποφάσεις που ελήφθησαν στα χρόνια εξουσίας του Κωνσταντίνου ισχύουν μέχρι σήμερα, μεταξύ άλλων, το «σύμβολο της πίστεως» που αποφασίστηκε το 325 στην οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, ο καθορισμός των ημερομηνιών του Πάσχα κατά το ιουλιανό ημερολόγιο, η καθιέρωση της αργίας της Κυριακής που ονομάστηκε έτσι ως «ημέρα του Κυρίου» (dies domenicus), ο διαχωρισμός των πολιτικών από τους στρατιωτικούς υπαλλήλους του κράτους, η απαλλαγή της εκκλησίας από τη φορολογία, η δωρεά στον επίσκοπο της Ρώμης, Συλβέστρο Α', κτημάτων και παλατιού, τα οποία του προσέδωσαν μεγαλοπρέπεια και κύρος. Με αυτό το πρόσχημα διεκδίκησε ο επίσκοπος της Ρώμης τα πρωτεία μεταξύ των χριστιανών επισκόπων. Μία γραπτή απόφαση του Κωνσταντίνου, η «Κωνσταντίνου Δωρεά» που παρουσιάστηκε μετά από περίπου 600 χρόνια ως ανάθεση του πρωτείου στον επίσκοπο της Ρώμης, θεωρήθηκε από τους ανατολικούς πλαστή. 

Ο Κωνσταντίνος πέθανε στη Νικομήδεια, στην ασιατική ακτή απέναντι από την Κωνσταντινούπολη και κληροδότησε την αυτοκρατορία σε τρεις από τους γιους του, οι οποίοι, αφού δολοφόνησαν σχεδόν όλους τους συγγενείς τους, τη διαμοίρασαν μεταξύ τους σε τρία μέρη.

  ΚΟΡΥΦΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ