Γιος ενός δικηγόρου από την Κορσική, έγινε το 1785 ανθυπολοχαγός του πυροβολικού,
αφού σπούδασε στη στρατιωτική σχολή. Αρχικά είχε εχθρικά συναισθήματα προς
τη Γαλλία και τους Γάλλους, οι οποίοι πριν λίγο καιρό είχαν κατακτήσει
την Κορσική. Αυτός ήταν και ο λόγος που αντιπαθούσε τον πατέρα του, ο οποίος
είχε συνεργαστεί με τους «κατακτητές». Όμως, η απόρριψη και καταδίκη του
Ναπολέοντα από τους συμπατριώτες του, όταν επανήλθε για λίγο στην Κορσική,
αλλά και η επαναστατική ανατροπή στη Γαλλία, του έδωσαν διέξοδο και ελπίδες
ότι θα έχει ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης.
Ο Ναπολέων προσέφερε υπηρεσίες στην επανάσταση και ανήλθε ταχύτατα τις
βαθμίδες, από λοχαγός μέχρι ταξίαρχος μέσα σε τρεις μήνες, δεδομένου ότι
πολλοί ανώτεροι αξιωματικοί με αριστοκρατική καταγωγή είχαν εκδιωχθεί ή
λιποτακτήσει από το στράτευμα. Έφτασε στη θέση του γενικού διοικητή του
στρατού και από το 1796 στη θέση του αρχηγού της ιταλικής στρατιάς. Κατά
τις εκστρατείες στην Ιταλία (όπου κατέλυσε και τυπικά το κράτος της Βενετίας)
και την Αίγυπτο, απέδειξε στρατιωτικά και πολιτικά προσόντα. Βέβαια, μετά
την καταστροφή του γαλλικού στόλου στην Αίγυπτο, εγκατέλειψε ο στρατηγός
το στρατό του και γύρισε στη Γαλλία με μικρή συνοδεία. Με την οθωμανική
αυτοκρατορία δεν ήρθε ποτέ σε σύγκρουση, πράγμα που πιθανόν να άλλαζε τη
ροή των εξελίξεων στα Βαλκάνια.
Με την πάροδο του χρόνου έγινε ο Ναπολέων δημοφιλής στο γαλλικό λαό
και το 1799 κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα. Από εδώ και πέρα αρχίζει
μια πορεία που οδηγεί τον υπηρέτη της επαναστάσεως στη μεγαλομανία. Το
σύνταγμα που ψηφίστηκε από τη συνέλευση προέβλεπε τον Ναπολέοντα ως μοναδικό
ηγεμόνα. Ανακήρυξε τον εαυτό του πρώτο ύπατο, το 1802 ισόβιο ύπατο και,
αντιστάσεως μη ούσης, το 1804 έστεψε τον εαυτό του αυτοκράτορα, Ναπολέοντα
τον Α'. Στις σημαντικότερες θέσεις «βασιλέων» και «ηγεμόνων», τοποθέτησε
συγγενείς του, ενώ δημιούργησε και νέα κάστα «ευγενών» μοιράζοντας τίτλους
σε συγγενείς και φίλους.
Στους λεγόμενους «ναπολεόντειους πολέμους» με όλη σχεδόν την Ευρώπη,
αρχικά υπέταξε ο γαλλικός στρατός την Αυστρία και την Πρωσία, αλλά βρήκε
εμπόδιο στη σθεναρή άμυνα των Ρώσων υπό τον Κουτούζοφ και το σύμμαχό του
«στρατηγό χειμώνα». Σ' αυτή τη λεγόμενη «ρωσική εκστρατεία» οι γαλλικές
απώλειες ήταν πάνω από 300.000 στρατιώτες, το 96% του στρατεύματος και
περίπου 500.000 από την άλλη πλευρά, Γερμανοί, Πολωνοί και, κυρίως, Ρώσοι.
Όσο πλησίαζε ο γαλλικός στρατός προς τη Μόσχα, ο ρώσικος υποχωρούσε
αλλά στα όρια της πόλης σταμάτησε. Εκεί δόθηκε μια μάχη, την οποία κέρδισαν
οι Γάλλοι. Εισερχόμενος ο Ναπολέων στην πόλη, διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν
άδεια, οι κάτοικοι την είχαν εγκαταλείψει. Εγκαταστάθηκε τότε στο Κρεμλίνο,
το παλιό αυτοκρατορικό ανάκτορο, και περίμενε να έρθουν οι αντιπρόσωποι
των Ρώσων για διαπραγματεύσεις. Εκεί έφτασε η είδηση ότι τα προάστια της
πόλης με τα ξύλινα σπίτια καίγονταν. Το πιθανότερο είναι ότι οι Ρώσοι πυρπόλησαν
οι ίδιοι την πόλη για να είναι άχρηστη στους Γάλλους, χωρίς δυνατότητες
στέγασης των εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών και χωρίς προμήθειες τροφίμων.
Τότε αποφάσισε ο Ναπολέων να επιστρέψει στην κεντρική Ευρώπη, όπου το
κλίμα ήταν ηπιότερο και οι δυνατότητες τροφοδοσίας ικανοποιητικές. Κατά
την υποχώρηση μέσα στο βαρύ χειμώνα πλευροκοπήθηκε όμως ο γαλλικός στρατός
από το ρώσικο ιππικό και διαλύθηκε ολοσχερώς. Λιγότεροι από 1 στους 20
στρατιώτες έφτασαν στην Πολωνία και στη Γερμανία. Ο Ναπολέων εγκατέλειψε
και πάλι τον ηττημένο στρατό, ανέβηκε κρυφά σε ένα έλκηθρο του και πήρε
το δρόμο της επιστροφής. Η γαλλική ήττα στη Ρωσία αποτέλεσε έναυσμα για
τους απελευθερωτικούς πολέμους, 1812-1815.