|
|
|||||
| Ο υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος | ||
Υπερσιβηρικός Σιδηρόδρομος (ΥΣ, Transsib) ονομάστηκε η σιδηροδρομική σύνδεση, η οποία είναι και η μεγαλύτερη ενιαία γραμμή, από τη Μόσχα μέχρι το Βλαδιβοστόκ (9.300km) ή μέχρι τη Ναχότκα (9.440km), αμφότερες πόλεις στον Ειρηνικό Ωκεανό. Έτσι, αυτός ο ΥΣ αποτελεί την κυκλοφοριακή και εμπορική ραχοκοκαλιά της Ρωσίας. Το τραίνο έχει στη διαδρομή του 396 σταθμούς μέχρι το Βλαδιβοστόκ και άλλους 4 μέχρι τη Ναχότκα.
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ανακαλύπτονταν όλο και περισσότερα κοιτάσματα πρώτων υλών στο υπέδαφος της Σιβηρίας και έπρεπε να αλλάξει ο τρόπος μεταφοράς τους που ήταν μέχρι τότε οι άμαξες αλόγων και τα ποταμόπλοια. Ένας άλλος, επίσης σημαντικός λόγος γι’ αυτή τη σιδηροδρομική σύνδεση ήταν η διακίνηση προϊόντων από και προς την αχανή κινέζικη αγορά, την οποία μπορούσε να εξυπηρετήσει προνομιακά η Ρωσία. Απ’ τη μια μεριά, η διοχέτευση του κινέζικου τσαγιού στην Ευρώπη, σε αντιπερισπασμό προς το ινδικό τσάι που διακινούσαν μονοπωλιακά οι Βρετανοί και από την άλλη η προώθηση ευρωπαϊκών σιτηρών στην ανατολική Ασία. Μάλιστα οι σύμβουλοι του Ρώσου τσάρου Αλέξανδρου Γ’ εισηγούνταν και παράπλευρες επιδιώξεις, ως προέκταση των σχεδίων για την κατασκευή του ΥΣ: η προσάρτηση της Μογγολίας και η κατάκτηση του Θιβέτ, μέσω του οποίου θα υπήρχε πρόσβαση στη νότια Ασία.
Μέχρι το έτος 1886 είχε φτάσει το σιδηροδρομικό δίκτυο στα Ουράλια και χρειαζόταν μια πολιτική απόφαση, μαζί με τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, για να επεκταθεί αυτό το δίκτυο μέχρι τον Ειρηνικό. Επειδή το ρωσικό δημόσιο είχε σημαντικά ελλείμματα, αποφασίστηκε η χρηματοδότηση του έργου με εξωτερικό δάνειο. Τα απαιτούμενα υλικά (χάλυβας, τσιμέντο, χαλίκι, ξύλα κ.ά.) και οι εργασίες θα καλύπτονταν από εγχώριες εταιρίες και εργατικό δυναμικό, οπότε θα υπήρχε ευνοϊκή ώθηση στη ρώσικη οικονομία. Οι εργασίες για την κατασκευή του ΥΣ άρχισαν το 1891 και ολοκληρώθηκαν το 1916, αφού το έτος 1908 άρχισε να κατασκευάζεται και δεύτερη γραμμή δίπλα στη αρχική που ήταν μονή. Είναι προφανές ότι ένα τόσο μεγάλο έργο που διήρκεσε συνολικά 25 χρόνια, θα συνάντησε πολλές απρόβλεπτες δυσκολίες, πέρα από τις συνήθη τεχνικά προβλήματα και τις ακραίες κλιματικές συνθήκες της περιοχής (-56ο C το χειμώνα). Στην περιοχή της λίμνης Βαϊκάλη έπρεπε σε ένα τμήμα 260 km να κατασκευαστούν 200 γέφυρες και 30 τούνελ Τα σημαντικότερα από τα απρόβλεπτα γεγονότα που επιβάρυναν την κατασκευή του ΥΣ ήταν η πλημμύρα του 1897 στην περιοχή της Υπερβαϊκάλης, η οποία υπέσκαψε τη γραμμή σε σημαντικό μήκος, μαζί με 15 γέφυρες, καταστροφή περίπου 700 km της γραμμής από επαναστατημένους εργάτες που συμμετείχαν στην εξέγερση των «Πυγμάχων» (Boxer, ένα απελευθερωτικό κίνημα στην Κίνα), η επιδημία πανούκλας που έπληξε τη Σιβηρία το έτος 1901 και η επιδημία χολέρας του 1902. Τον Αύγουστο του 1898 έφτασε τελικά το πρώτο τραίνο του ΥΣ από τη Μόσχα στο Ιρκούτσκ. Η μέση ταχύτητα του ΥΣ ήταν αρχικά 20 km/h, ένα τέταρτο της συνήθους ταχύτητας εκείνης της εποχής, κυρίως λόγω των πολλών ανωφερειών σε βουνά. Ο προϋπολογισμός δεν επαρκούσε για την κατασκευή τούνελ. Το έτος 1904 ήταν διαθέσιμη η ενιαία γραμμή από τη Μόσχα μέχρι τον Ειρηνικό, αν και στη Βαϊκάλη χρησιμοποιείτο ένα πλοίο για να διεκπεραιώσει το τραίνο στην απέναντι όχθη, μέχρι που τελείωσε το 1905 και η παράκαμψη της λίμνης. Ήδη με την έναρξη του Ρωσο-Ιαπωνικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1904 προωθούνταν καθημερινά με τον ΥΣ 10 συρμοί με πολεμικό και άλλο υλικό. Η γραμμή του ΥΣ βελτιώθηκε πολλές φορές κατά τον 20ο αιώνα και έπαιξε σημαντικό ρόλο, τόσο στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όσο και για τη διακίνηση ορυκτών και άλλων προϊόντων μεταξύ Ευρώπης και της ανατολικής Ασίας. Πέρα απ’ αυτά, σήμερα αποτελεί ο ΥΣ ένα ελκυστικό μεταφορικό μέσο για Ευρωπαίους τουρίστες που θέλουν να γνωρίσουν τη φύση και τους πληθυσμούς της Σιβηρίας, για την επίσκεψη της οποίας δεν έχουν άλλη συγκοινωνιακή δυνατότητα. |
||
| Ασύρματες επικοινωνίες | ||
Για την ολοκλήρωση των ερευνών του παρήγαγε ο Χερτς με τα πρωτόγονα μέσα της εποχής ηλεκτρομαγνητικά κύματα με συχνότητες μέχρι 1 GHz! Πρώτο βήμα ήταν η ιδέα ότι πρέπει να δημιουργήσει μία πειραματική διάταξη που αποτελείται από δύο μέρη: Στη μια πλευρά ήταν ένας πομπός, για την ακρίβεια δύο μεταλλικές σφαίρες μεταξύ των οποίων δημιουργείται σπινθήρας στον αέρα λόγω της επιβαλλόμενης υψηλής και υψίσυχνης τάσης. Το παλινδρομικά κινούμενο ηλεκτρικό φορτίο μεταξύ των σφαιρών θα έπρεπε να δημιουργήσει τα αόρατα κύματα που είχε προβλέψει ο Maxwell. Στην άλλη πλευρά βρισκόταν ο δέκτης, το δεύτερο μέρος της διάταξης, ένα τετράγωνο πλαίσιο από καλώδιο (κεραία) τοποθετημένο στον τοίχο. Αν υπήρχαν πράγματι αυτά τα αόρατα κύματα, θα έπρεπε να διασχίσουν την αίθουσα και να προκαλέσουν σε ένα κενό που είχε δημιουργηθεί στο σύρμα του πλαισίου, ένας σπινθήρας. Οι σχετικές δημοσιεύσεις για τα αποτελέσματα έγιναν στα έτη 1888-89, 24 χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση του Maxwell. Ο Χερτς έγραφε ότι οι δημιουργούμενοι σπινθήρες είναι εξαιρετικά μικροί, εκατοστά του χιλιοστού και πολύ μικρής διάρκειας. Μόνο ο εξοικειωμένος στο σκοτάδι του χώρου μπορούσε να διακρίνει μια ανεπαίσθητη λάμψη. Αυτή ακριβώς η λάμψη ήταν ο προάγγελος για τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που γεμίζουν τον 21ο αιώνα την ατμόσφαιρα της Γης και όλο το γνωστό σύμπαν. Στο πλαίσιο των ίδιων ερευνών διαπιστώθηκε ότι τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα ανακλώνται σε μεταλλικές επιφάνειες, αλλά «διαπερνούν ξύλινες πόρτες», όπως γράφτηκε εντυπωσιακά στις εφημερίδες της εποχής. Για την καταγραφή αυτών των φαινομένων αξιοποίησε ο Χερτς μια μεγάλη εργαστηριακή αίθουσα, με μήκος περί τα 15m, στης οποίας τον ένα τοίχο είχε τοποθετηθεί μεταλλική επιφάνεια, ένας ηλεκτρομαγνητικός καθρέφτης. Έτσι κατέγραψε ο σημαντικός αυτός ερευνητής μια ενίσχυση των κυμάτων μπροστά από τη μεταλλική επιφάνεια, πράγμα που απέδωσε σε αντανάκλαση της «ηλεκτρικής δύναμης». Να σημειωθεί ότι τα μεγέθη του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου ήταν εκείνη την εποχή ακόμα τελείως ασαφή, γι' αυτό δεν γίνονται σήμερα κατανοητές μερικές από τις ονομασίες των μεγεθών που χρησιμοποιούνταν τότε. Ο Χερτς είχε μοναδική ικανότητα να συνδυάζει τη θεωρία με το πείραμα. Δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα στο Κίελο και μετά έγινε καθηγητής στην Καρλσρούη. Από τo 1889 ήταν καθηγητής στη Βόννη, όπου και δημοσίευσε το βιβλίο «Αρχές Μηχανικής». Πέθανε την πρωτοχρονιά του 1894 σε ηλικία μόλις 37 ετών! Ο Χερτς θεωρείται ο χρονικά τέταρτος κορυφαίος ερευνητής του Ηλεκτρομαγνητισμού, μετά τους Ampere, Faraday και Maxwell. Ο πρόωρος θάνατος του Χερτς δεν του επέτρεψε να σκεφτεί καν να αξιοποιήσει τις ανακαλύψεις του στον Ηλεκτρομαγνητισμό για τεχνικές εφαρμογές. Ο Φυσικός David E. Hughes (1831-1901) που μελέτησε επίσης την Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία και έφτιαξε ένα σύστημα πομπού δέκτη για μικρές αποστάσεις, ενδιαφερόταν κι αυτός μόνο να επιβεβαιώσει ή να καταρρίψει τα πορίσματα του Maxwell. Πιο πρακτικός αποδείχθηκε όμως ο Guglielmo Marconi (Μαρκόνι, 1874-1937) ο οποίος πραγματοποίησε το έτος 1895 σε ηλικία 21 ετών, χωρίς ακόμα πολλές θεωρητικές ανησυχίες, τις πρώτες ασύρματες εκπομπές σημάτων Μορς και εισήγαγε την παγκόσμια κοινότητα στην εποχή της ασύρματης επικοινωνίας. Ο ιταλικός περίγυρος του Μαρκόνι δεν φαινόταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος από την εφεύρεση του νεαρού μηχανικού, πιθανότατα δεν την κατανοούσε καν, αλλά και η ιταλική κυβέρνηση απάντησε σε σχετικό ερώτημά του ότι δεν ενδιαφέρεται να χρηματοδοτήσει έρευνες για την ασύρματη τηλεγραφία. Έτσι ο σπουδαίος αυτός ερευνητής εγκαταστάθηκε στην Αγγλία. Οι πομποί και δέκτες του Μαρκόνι, εφοδιασμένοι πλέον και με κεραίες, απαιτούσαν σημαντική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας και γι' αυτό χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για την επικοινωνία με πλοία σε υπερπόντια ταξίδια. Η κεραία είχε επινοηθεί εντωμεταξύ από τον Ρώσσο Αλέξανδρο Ποπώφ (1859-1905). Το 1898 κατασκευάστηκε ένα σύστημα ασύρματης επικοινωνίας μεταξύ της πόλης Dover και του πλοίου-φάρος «East Goodwin», 15 ναυτικά μίλια στην ανοικτή θάλασσα. Το έτος 1900 πήρε ο Μαρκόνι στην Αγγλία το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με αριθμό 7777 για «tuned or syntonic telegraphy» και το έτος 1901 πέτυχε ασύρματη ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ Αγγλίας και της ανατολικής ακτής της Αμερικής, πάνω από τα νερά του Ατλαντικού. Εκείνη την εποχή θεωρήθηκε αυτό το γεγονός πρωτοφανής επιτυχία και συζητήθηκε στον τύπο και στους επιστημονικούς κύκλους ευρέως, προκαλώντας και τις απαραίτητες μελλοντολογικές προβλέψεις. Το έτος 1909 απονεμήθηκε στον Μαρκόνι, μαζί με τον Karl Ferdinand Braun το βραβείο Νόμπελ Φυσικής. Ήδη το έτος 1898 είχε διαπιστώσει ο Μαρκόνι ότι η εμβέλεια ενός πομπού μεγάλωνε σημαντικά, όταν πομπός και δέκτης ήταν συντονισμένοι στην ίδια συχνότητα. Τις ίδιες διαπιστώσεις έκαναν κι άλλοι ερευνητές, οι οποίοι αναζητούσαν πυκνωτές με μεταβαλλόμενη χωρητικότητα, για να μπορούν να επιλέγουν τη συχνότητα συντονισμού. Τελικά κατασκεύασε ο Adolf Koepsel (Κοεπσελ, 1858-1933) ένα πυκνωτή μεταβλητής χωρητικότητας από δύο ημικυκλικά πακέτα μεταλικών ελασμάτων. Το ένα πακέτο ήταν σταθερά στερεωμένο και το άλλο εισχωρούσε με περιστροφή στο σταθερό, έτσι ώστε οι πλάκες του ενός να μην ακουμπάνε στις πλάκες του άλλου. Ο πυκνωτής αυτός διαδόθηκε ευρύτατα, αλλά σύντομα κατασκευάστηκαν και διαφορετικοί τύποι. |
||
Ο Χέβισάιτ συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση των ηλεκτρομαγνητικών μελετών, εισάγοντας τη διανυσματική ανάλυση και τους τελεστές στην Ηλεκτρομαγνητική Θεωρία. Λόγω μιας πρόωρης κώφωσης, απεσύρθη από την εταιρία που εργαζόταν και επιδόθηκε σε υπολογισμούς και μελέτες, παράλληλα με ιδιωτικά μαθήματα. Αυτή η περίοδος καινοτομιών στον τομέα των ασύρματων επικοινωνιών έκλεισε το 1904, όταν ο Reginald Fessenden (Φέσεντεν, 1866-1932), Καναδός μηχανικός, συνεργάτης για ένα διάστημα των Edison και Westinghouse και πανεπιστημιακός καθηγητής, μετέδωσε ασύρματα φωνή και μουσική. Οι πειραματικές εκπομπές του στην ακτή του Ατλαντικού προκάλεσαν τεράστια έκπληξη στους χειριστές ασύρματων τηλεγράφων, τους «μαρκόνηδες» των πλοίων, όταν άκουσαν στα ακουστικά τους ομιλία και μουσική, ένα απόσπασμα από μουσική του Χαίντελ. Ο Φέσεντεν χρησιμοποίησε στα πειράματά του ένα μικρόφωνο άθρακα, δικής του επινόησης. Ήδη το έτος 1907 κατάφερε ο ίδιος ερευνητής να κατασκευάσει δύο πομπούς με διαμόρφωση πλάτους, οι οποίοι είχαν εμβέλεια περί τα 450 km. |
||
|
|
|||
|
|