Ιστορία της Τεχνολογίας: Ατμοκίνηση, Βιομηχανική επανάσταση (συνέχεια)

<< προηγούμενη
επόμενη>>

 
Εξελικτική θεωρία
 
  • Αντιδράσεις
  • Δημιουργισμός
  •    

     
    Ο προβληματισμός γύρω από την προέλευση του ανθρώπου, αν είναι δηλαδή προϊόν εξελικτικής διαδικασίας ή δημιουργίας, δεν αποτελεί θέμα της τεχνολογίας, αφορά όμως την αυτογνωσία των ανθρώπων και των κοινωνιών. Αυτός είναι και ο λόγος που αυτό το ζήτημα βρίσκεται ακόμα στη δημόσια συζήτηση, τόσο σε επιστημονικό επίπεδο με την αναζήτηση ευρημάτων και τις συνεχείς βελτιώσεις των σχετικών θεωριών, όσο και σε ψευδοεπιστημονικό επίπεδο με την αμφισβήτηση των θεμελιωδών επιστημονικών υποθέσεων και προβολή άλλων απόψεων.
     
    Προϊστορία
     
    Georges Cuvier
    Έχει ήδη αναφερθεί ότι από το 16ο αιώνα είχε καταγράψει ο Pierre Belon βασικές ομοιότητες, ομολογίες, όπως τις ονόμασε, του σκελετού όλων των σπονδυλωτών, από τα ψάρια μέχρι τον άνθρωπο. Επίσης είχε προχωρήσει τον προβληματισμό του και εξέφρασε την άποψη ότι όλοι οι σκύλοι και οι λύκοι πρέπει να κατάγονται από ένα κοινό πρόγονο, όπως επίσης οι γάτες, οι τίγρεις και τα λεοντάρια κ.ο.κ.

    Το 18ο αιώνα παρουσίασε ο Σουηδός φυσιοδίφης Carl von Linne ή Linnaeus (Λιναίος, 1707-1778) μια ονοματολογία πετρωμάτων, φυτών και ζώων, η οποία δεν αφορούσε βέβαια κάποια εξέλιξη, αλλά έδινε μια ιεραρχική δομή στο φυτικό και το ζωικό βασίλειο με αναπτυσσόμενες διακλαδώσεις κατά μειούμενη ομοιότητα των ειδών. 

    Στη σειρά εκδόσεων «Γενικής Ιστορίας της Φύσης» θεωρεί ο Georges-Louis Leclerc Comte de Buffon (Μπυφόν, 1707-1788) ότι όλα τα ζωικά και φυτικά είδη εξελίχθηκαν από αρχικές μορφές ζωής και αυτή η εξέλιξη οφειλόταν στις κλιματικές μεταβολές. Στην Ιστορία του αναφέρει ακόμα ο Μπυφόν ότι ανατομικές μελέτες σε ανθρώπους και πιθήκους δείχνουν ότι τα δύο αυτά είδη πρέπει να είχαν στο παρελθόν κοινούς προγόνους. Επίσης, η ηλικία της Γης πρέπει να είναι της τάξης των 75.000 ετών και όχι 6.000 που ισχυριζόταν (και ισχυρίζεται ακόμα) η Εκκλησία.

    Ο Georges Cuvier (Κυβιέ, 1769-1832) θεωρείται ιδρυτής του επιστημονικού κλάδου της Παλαιοντολογίας. Έκανε ανατομικές συγκρίσεις οστών υπαρκτών ζώων με ευρήματα από υπολείμματα εξαφανισμένων ειδών σε γεωλογικά στρώματα. Θεώρησε δε ότι κάποια χαρακτηριστικά στην ανατομία των ζώων μαρτυρούν γενικότερες συμπεριφορές και συνήθειες, όπως τα δόντια και τα νύχια των σαρκοβόρων. Έτσι δημιούργησε σειρές συγγενειών μεταξύ των ειδών και κατάφερε με αυτό τον τρόπο να «αναδημιουργήσει» σχεδιαστικά εξαφανισμένα είδη. Ο ίδιος έλεγε χιουμοριστικά, αξιοποιώντας πορίσματα των μελετών του, ότι, ο διάβολος πρέπει να είναι χορτοφάγος, γιατί οι καλόγεροι τον ζωγράφιζαν με κέρατα και οπλές.

    Εξελικτικές και συναφείς ιδέες

    Ο Jean Baptiste Lamarck (Λαμάρκ, 1744-1829) μελέτησε την κληροδότηση χαρακτηριστικών από τη μια γενιά στην άλλη. Ο Λαμάρκ υποστήριζε μια θεωρία εξέλιξης, η οποία στηρίζεται στην κεντρική πίεση για τελειοποίηση. Ένα είδος που είναι τελειοποιημένο από πλευράς δομής και συμπεριφοράς, πρέπει να είναι πολύ παλιό, ενώ τα εξελισσόμενα είδη είναι συγκριτικά καινούργια. Έτσι, ο Λαμάρκ κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα βακτηρίδια που είναι από πλευράς δομής πρωτόγονα, αποτελούν ένα νέο είδος, ενώ ο άνθρωπος που έχει φτάσει την τελειότητα, είναι το παλαιότερο είδος στη Γη. Με την ύστερη γνώση του 21ου αιώνα ο Λαμάρκ δεν έχει δίκιο, δεδομένου ότι τα βακτηρίδια είναι μια πρωταρχική μορφή ζωής. Ο άνθρωπος δε, λόγω της πολυπλοκότητάς του, πρέπει να είναι νεότερο είδος. Αν και αυτή η θεωρία του Λαμάρκ δεν ευσταθεί με τα σημερινά κριτήρια, αποτέλεσε όμως μια σημαντική συμβολή, γιατί ήταν η πρώτη συστηματική επιστημονική θεωρία, έστω κι αν στηριζόταν σε εσφαλμένες παραδοχές και δεν αξιολογούσε σωστά τα φαινόμενα.

    Μία επίσης σημαντική διαφορά της λαμαρκιανής προς την ισχύουσα μέχρι πρότινος αντίληψη είναι ο τρόπος κληροδότησης των επίκτητων χαρακτηριστικών. Ο Λαμάρκ υποστήριζε οτι τα επίκτητα χαρακτηριστικά μπορούν να κληροδοτηθούν υπό κατάλληλες συνθήκες. Για παράδειγμα ένας άνδρας με γυμνασμένα μπράτσα θα έπρεπε να αποκτήσει παιδιά με μεγαλύτερα από το μέσο όρο μπράτσα. Η γενική επιστημονική αντίληψη που επικράτησε ήταν ότι τα επίκτητα χαρακτηριστικά δεν κληρονομούνται. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες προέκυψαν όμως περιπτώσεις, στις οποίες ισχύει το λαμαρκιανό μοντέλο. Όχι βέβαια με την έννοια ότι κάποιος που έχασε ένα πόδι σε ατύχημα θα αποκτήσει ανάπηρα παιδιά, αλλά σε μοριακό επίπεδο. Τέτοιο παράδειγμα αποτελεί τα πρίον, η πρωτεΐνη της νόσου των τρελλών αγελάδων, η οποία είναι μεταφορά πληροφορίας απο πρωτεΐνη σε πρωτεΐνη, χωρίς τη μεσολάβηση γενετικού υλικού. Σήμερα τείνει να επικρατήσει η άποψη οτι, κάποια συγκεκριμένα επίκτητα χαρακτηριστικά, είναι δυνατόν να περάσουν σε επόμενες γενιές, κάτω από κατάλληλες συνθήκες.

    Ο Λαμάρκ υποστήριζε επίσης ότι υποκείμενο της εξέλιξης είναι το άτομο, κάθε μονάδα μιας ομάδας εξελίσσεται ατομικά, ενώ αργότερα ο Δαρβίνος υποστήριζε ότι η εξέλιξη επηρεάζει πληθυσμιακές ομάδες. Σήμερα, δεν υπάρχει ακόμα απάντηση σ' αυτό το πρόβλημα, καθώς στη βιβλιογραφία υποστηρίζονται και οι δύο αυτές θέσεις, όπως επίσης και μια τρίτη, νεότερη, θέση, ότι δηλαδή η εξέλιξη λειτουργεί σε επίπεδο γονιδίων ή χρωμοσωμάτων. 

    Στο πέρασμα του 18ου προς τον 19ο αιώνα διατύπωσε ο αγγλικανός ιερέας Thomas Robert Malthus (Μάλθους, 1766-1834), οικονομολόγος και φιλόσοφος, θεωρίες, όχι σχετικές με την καταγωγή των ειδών, αλλά με την ανάπτυξη του ανθρώπου πάνω στη Γη. Συγκεκριμένα, το έτος 1798 κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μάλθους «Essay on the Principle of Population», στο οποίο παρουσιάζεται ένα πρόβλημα υπερπληθυσμού στη Γη που θα οδηγήσει, κατά την εκτίμησή του, σε έλλειψη τροφίμων κλπ. Επειδή, υπολόγιζε ο συγγραφέας ότι ο πληθυσμός αυξάνει εκθετικά, αλλά η παραγωγή τροφίμων μόνο γραμμικά, όπως μπορούσε να προβλέψει στις αρχές της βιομηχανικής ανάπτυξης, κάποια στιγμή δεν θα επαρκούν τα τρόφιμα για τον υπερπληθυσμό της Γης.

    Αυτές οι σκέψεις του Μάλθους που ονομάστηκαν μαλθουσιανισμός δεν επαληθεύτηκαν βέβαια, έγιναν όμως τότε αντικείμενο συζητήσεων σε επιστημονικούς κύκλους, αλλά και στα σαλόνια των συναναστροφών. Ήταν η εποχή που η Ευρώπη ζούσε τις συνέπειες των τυχοδιωκτισμών του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, οι οποίες γίνονταν αντιληπτές ως χρονική συνέχεια και λογική κατάληξη της γαλλικής επανάστασης. Οι επιπτώσεις σε μία συγκροτημένη κοινωνία από ξεσηκωμούς πεινασμένων και κοινωνικά μετέωρων τμημάτων του πληθυσμού, γέμιζαν τις σελίδες βιβλίων και εφημερίδων της εποχής και τρομοκρατούσαν τις κατεστημένες κοινωνικές ομάδες.

    Στα έτη 1830-33 κυκλοφόρησε ένα πολύτομο βιβλίο του Charles Lyell (Λάιελ, 1797-1875), με τίτλο «Principles of Geology», στο οποίο ο καθηγητής της Γεωλογίας εξηγούσε, πώς η επιφάνεια της Γης μεταβάλλεται πολύ αργά λόγω δράσης φυσικών δυνάμεων. Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών είναι να μετατοπίζονται οι πλάκες του φλοιού της Γης και, κάποια εδάφη να έχουν μετατραπεί σε νησιά, ενώ παλαιότερα ήταν ενωμένα με ηπείρους ή και οι ήπειροι που ήταν κάποτε ενωμένες να έχουν τώρα αποσυνδεθεί και να βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους. Αυτά τα φαινόμενα που στις αρχές του 21ου αιώνα θεωρούνται αυτονόητα και καταγράφονται συστηματικά, εκείνη την εποχή παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά  και εντυπωσίασαν σημαντικά τον κόσμο. 

     
    Το έτος 1836 επέστρεψε ο φυσιοδίφης Charles Darwin (Ντάργουιν, Δαρβίνος, 1809-1882) από ένα πενταετές ταξίδι στη Νότια Αμερική και σε χώρες του νότιου Ειρηνικού Ωκεανού, όπου μπόρεσε να μελετήσει το φυτικό και ζωικό βασίλειο αυτών των περιοχών. Ο Δαρβίνος είχε αρχίσει να σπουδάζει Ιατρική, την οποία εγκατέλειψε, στη συνέχεια δε, σπούδασε Θεολογία με πίεση του πατέρα του, για να αποκατασταθεί επαγγελματικά ως ιερέας. Από μικρός είχε όμως ενδιαφέρον για τη ση μελέτη σκαθαριών, εντόμων κλπ. και διατηρούσε μια μεγάλη συλλογή από τέτοια είδη, τα οποία ομαδοποιούσε και σχολίαζε. Αυτή η συλλογή του εμπλουτίστηκε με πλήθος νέων δειγμάτων από το πενταετές ταξίδι του. 

    Πέρα από τη συλλογή σκαθαριών κ.ά. ο Δαρβίνος επεξεργάστηκε συστηματικά τις εμπειρίες του από τα νησιά του Αρχιπελάγους Γκαλαπάγκος, επηρεασμένος και από την οικονομική θεωρία του μαλθουσιανισμού. Στα απομονωμένα νησιά, με περιορισμένες τις δυνατότητες διατροφής, είχαν κάποια ζώα διαφορετική μορφή από εκείνη που είχαν άλλα όμοιά τους σε άλλα γειτονικά νησιά και στις ηπείρους. Λόγω του περιορισμένου αποθέματος τροφών και της απουσίας πολλών μικρών ζώων, δεν υπήρχαν και μεγάλα σαρκοβόρα ζώα. Κάποια ζώα που στις ηπείρους ήταν ογκώδη (ελέφαντας), στα νησιά έδειχναν νανισμό. Αντίθετα υπήρχαν γιγάντιες χελώνες και τα πτηνά ήταν ήρεμα και φιλικά προς τον άνθρωπο, με διαφορετικά διαμορφωμένα ράμφη. Π.χ. τα πουλιά που έβρισκαν την τροφή τους στα δέντρα είχαν διαφορετικά διαμορφωμένο ράμφος από τα πουλιά που έβρισκαν την τροφή τους στο έδαφος. 

    Τη σημασία αυτών των παρατηρήσεων δεν είχε συλλάβει ο Δαρβίνος από την αρχή σωστά, αργότερα αποδείχθηκαν όμως θεμελιώδεις για τις μελέτες του. Συγκεκριμένα, ο μεγάλος φυσιοδίφης αναγνώρισε κάποια στιγμή ένα μηχανισμό της εξέλιξης: Για παράδειγμα, τα πουλιά έψαχναν για τροφή που βρισκόταν σε συγκεκριμένο μέρος του περιβάλλοντός τους. Σταδιακά, άρχισε να προσαρμόζεται το ράμφος τους ή, με άλλα λόγια, επιβίωσαν και επικράτησαν, λόγω καλύτερης διατροφής, εκείνα τα πουλιά που είχαν καταλληλότερο ράμφος. Αυτό όμως οδήγησε σε ένα περιορισμό, γιατί με το εξελιγμένο ράμφος μόνο εκεί και σε όμοια μέρη μπορούσαν να βρουν τροφή αυτά τα πουλιά και γι' αυτό μόνο εκεί την αναζητούσαν πλέον. Ο Δαρβίνος δεν ήταν βέβαια σε θέση να απαντήσει στο ερώτημα για το μηχανισμό διάδοσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε είδους στις επόμενες γενιές, γιατί εκείνη την εποχή οι γνώσεις για την κληρονομικότητα ήταν εμβρυακές. Όταν αργότερα δόθηκε η πρέπουσα σημασία στις μελέτες του Gregor Mendel (Μέντελ, 1822-1884), ο οποίος από το 1866 είχε διατυπώσει σε δημοσίευσή του τους νόμους για την κληρονομικότητα, την ομοιομορφία, το διαχωρισμό και την επικράτηση, προστέθηκαν οι απαιτούμενες εξηγήσεις στην εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. 

    Το έτος 1855, 19 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του εξερευνητικού ταξιδιού του κι ενώ ο Δαρβίνος είχε καταλήξει σε συμπεράσματα, υιοθετώντας χρήσιμα πορίσματα από τη Συγκριτική Ανατομία, την Εμβρυολογία, την Ταξινομική, τη Βιογεωγραφία και την Παλαιοντολογία, δημοσίευσε ο ζωολόγος Alfred Russel Wallace (Γουόλας, 1823-1913) στο επιστημονικό περιοδικό «Annals of Nature-History» ένα άρθρο με τίτλο «On the Law which has regulated the Introduction of New Species», στο οποίο παρουσίαζε στοιχεία για σταδιακή εξέλιξη των ζώων και των φυτών στη Γη. Ο γεωλόγος Λάιελ υπέδειξε τότε στο Δαρβίνο που ήταν φίλος του, αυτή τη δημοσίευση και πρέπει να συμφώνησαν οι δυό τους στις συζητήσεις τους ότι ο Γουόλας που ήταν εγκαταστημένος στην ανατολική Ασία, έγραφε περίπου τα ίδια με αυτά, στα οποία είχε καταλήξει και ο Δαρβίνος. Έτσι, δεν ήταν μακριά η σκέψη να συνεργαστούν οι δύο φυσιοδίφες.

    Το 1858 δημοσιεύτηκαν οι μελέτες των Δαρβίνου και Γουόλας και προκάλεσαν σημαντική αναταραχή, γιατί, παρά τα γνωστά όμοια πορίσματα προγενέστερων ερευνητών, η νέα εξελικτική θεωρία των ειδών, αφενός αμφισβητούσε καίριες θρησκευτικές αρχές και την αυτοπεποίθηση των κοινωνιών της εποχής και αφετέρου ήταν τεκμηριωμένη με πλήθος ευρημάτων και συσχετισμούς από άλλες επιστημονικές περιοχές. Το έτος 1859 δημοσίευσε ο Δαρβίνος το βιβλίο του με μια περίληψη της εξελικτικής θεωρίας, «On the Origin of Species» (=Περί της προελεύσεως των ειδών), το οποίο έγινε ανάρπαστο σε μια ημέρα και επανεκδόθηκε πολλές φορές.

     
     

    << προηγούμενη επόμενη>>

    μήνυμα Internet top/κορυφή