|
|
|||||
| Το φεουδαρχικό σύστημα | ||||
| Δύση
Ο πληθυσμός ζούσε στον πρώιμο Μεσαίωνα σε μικρές πόλεις, κυρίως διοικητικά
ή θρησκευτικά κέντρα, χωρίς να έχει εμπορικές συναλλαγές με άλλες γειτονικές
πόλεις. Οι παλιές οδικές συνδέσεις δεν αξιοποιούνταν πια για το εμπόριο,
αφού δεν υπήρχαν προϊόντα προς ανταλλαγή. Η οικονομία στηριζόταν σχεδόν
αποκλειστικά στη γεωργία. Τα παραγόμενα γεωργικά προϊόντα προορίζονταν
κυρίως για την τροφοδοσία της οικογένειας και, εφόσον κάτι περίσσευε, δινόταν
ως αντάλλαγμα για την προμήθεια κάποιων ειδών από άλλες οικογένειες. Αποτέλεσμα
ήταν να δημιουργείται άμεση εξάρτηση του πληθυσμού από τα αποτελέσματα
των γεωργικών εργασιών. Σε περίπτωση σιτοδειών πέθαιναν οι άνθρωποι από
την πείνα. Αλλά αυτή δεν ήταν η μόνη εξάρτηση.
Μόνο μερικοί, λίγοι άνθρωποι δεν ασχολούνταν με τη γεωργία. ήταν εκείνοι που, είτε είχαν βιοτεχνικά ή λόγια επαγγέλματα (σιδεράς, υφαντουργός, νομικός, συμβολαιογράφος), είτε ανήκαν στην αριστοκρατία ή στον ανώτερο κλήρο (επίσκοποι, ηγούμενοι). Τα μέλη της αριστοκρατίας και του κλήρου διέθεταν όμως επίσης καλλιεργήσιμους αγρούς, τους οποίους είχαν δεχτεί ως παραχώρηση από την πολιτική εξουσία. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες εισέπρατταν επιπλέον και δωρεές από λαϊκούς και ευγενείς κτηματίες και ανταπέδιδαν υποσχέσεις για υποστήριξη σε διενέξεις και για την εξασφάλιση «αιώνιας ζωής»! Τα μέλη της κοσμικής εξουσίας έπαιρναν από την Εκκλησία συνήθως ως αντάλλαγμα για τις δωρεές κτημάτων και χρημάτων, την πολιτική και στρατιωτική στήριξή της. Εφόσον αυτή η στήριξη δεν ήταν εφικτή, μεθοδευόταν αντικατάσταση του ιερατείου, επισκόπων, καρδιναλιών και παπών, ώστε να προκύψει η επιθυμητή ανταπόκριση. Στο πολύτομο έργο του K. Deschner (βλέπε βιβλιογραφία) περιγράφεται πλήθος πολεμικών συρράξεων, μηχανοραφιών και προδοσιών, άλλοτε μεταξύ των εκπροσώπων εναλλασσόμενων συμμαχιών της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας και άλλοτε όλων των προαναφερόμενων ενωμένων εναντίον γειτονικών λαών και ιερατείων, χριστιανικών και μη. Οι συχνές σιτοδείες και επιδημίες, αλλά και η καταστροφή της εσοδείας από ομοεθενείς ή ξένους επιδρομείς, οδηγούσαν τους χωρικούς στην ανάγκη να χρεωθούν για να επιζήσουν. Έτσι, οι μόνοι φορείς που διέθεταν την οικονομική επιφάνεια να δανείσουν χρήματα στους αναξιοπαθούντες, εγγράφοντας υποθήκη στα κτήματά τους, δηλαδή οι αριστοκρατικές οικογένειες και o εκκλησιαστικός μηχανισμός, πήραν σταδιακά υπό τον ελεγχό τους την καλλιεργήσιμη γη. Οι αγρότες καλλιεργούσαν πλέον μισθωμένη γη, αυτή της εξουσίας και την παλαιά δική τους, πληρώνοντας όχι με χρήματα αλλά με ένα μέρος της γεωργικής παραγωγής. Αυτοί οι αγρότες δεν ήταν ακριβώς δούλοι, αλλά δουλοπάροικοι, δηλαδή ακολουθούσαν τα κτήματα και πωλούνταν ή κληροδοτούνταν μαζί τους. Σε ένα τέτοιο κλίμα και περιβάλλον εργασίας προφανώς δεν ήταν δυνατόν να προκύψουν καινοτομίες στον τεχνικό τομέα! Η πολιτική και οικονομική εξουσία ήταν έτσι στα χέρια των ιδιοκτητών γης, των φεουδαρχών, αυτοί όριζαν ποιος από τον κύκλο τους (πρίγκιπας, δούκας κτλ.) θα διοικεί την επικράτειά τους, το φέουδο, αλλά είχαν και την ευθύνη να προστατεύουν την περιοχή και τους χωρικούς από επιδρομείς, είτε αλλόφυλους βάρβαρους, είτε πλεονέκτες αρχηγούς γειτονικών φέουδων ή ακόμα και από πεινασμένους και επαναστατημένους χωρικούς. Για το σκοπό αυτό οι φεουδάρχες συγκροτούσαν στρατό, ο οποίος σε ώρα ανάγκης επέβαλε την «απαιτούμενη» υπακοή και στους προστατευόμενους αγρότες, όταν αυτοί δεν προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις του κυρίου τους. Έτσι αναπτύχθηκε ένα σύστημα εκμετάλλευσης από τους αριστοκράτες και τον κλήρο που ονομάστηκε φεουδαρχισμός, το οποίο σύστημα ξεκίνησε στις γερμανόφωνες χώρες κατά τον 5ο μ.Χ. αιώνα και εξαπλώθηκε σταδιακά, αν και συχνά με παραλλαγμένη μορφή, μέχρι το Βυζάντιο και την Παλαιστίνη. Η δημιουργία του φεουδαρχικού συστήματος διαχείρισης της εξουσίας οφείλεται στην επιβολή του εθιμικού δικαίου των γερμανογενών φύλων, το οποίο αντικατέστησε σταδιακά, από τα μέσα του τέταρτου αιώνα, τους κωδικοποιημένους θεσμούς της δυτικής αυτοκρατορίας (Φ. Μαλιγκούδης). Η πεμπτουσία αυτού του πολιτειακού και κοινωνικού συστήματος συνίσταται κυρίως στη σχέση υποταγής που συνδέει τον συνήθως χαρισματικό ηγέτη με την ακολουθία των υποτακτικών του, τους βασάλους. Οι υποτακτικοί έχουν ορκιστεί πίστη στο πρόσωπο του ηγεμόνα, τον στηρίζουν ενεργά σε πολεμικές και πολιτικές διενέξεις και απολαμβάνουν κι αυτοί, ως αντάλλαγμα και επιβράβευση, τα υλικά προνόμια που προκύπτουν από τη νομή της εξουσίας. Να σημειωθεί ότι η σχέση ηγέτη-βασάλου λειτουργούσε και σε ψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής και κοινωνικής ιεραρχίας, αν και δεν ήταν αυτός ο κανόνας. Π.χ. ένας πρίγκιπας ήταν υποτακτικός κάποιου άλλου, πλουσιότερου και ισχυρότερου πρίγκιπα στην περιοχή δικαιοδοσίας του, πάντα όμως σε συσχετισμό με την κατοχή και αξιοποίηση γεωργικών και δασικών εκτάσεων. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Αγγλίας κατά το 12ο αιώνα, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα και δούκας της Νορμανδίας, Ανζού, Βρετάνης κλπ., ήταν υποτακτικός του βασιλιά της Γαλλίας. Το φεουδαρχικό σύστημα διατηρήθηκε συνολικά για μια χιλιετία περίπου και άρχισε να υποχωρεί στη Δύση από το 13ο
αιώνα, όταν άλλαξαν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, ουσιαστικά καταλύθηκε όμως με τη γαλλική επανάσταση. Στον ελληνόφωνο χώρο συνεχίστηκε ο φεουδαρχισμός με παραπλήσια μορφή στην οθωμανική αυτοκρατορία και υποχώρησε με τη διάλυσή της.
Το φέουδο αποτελείτο από εκτάσεις καλλιεργήσιμων αγροκτημάτων και δάσους, γύρω από το χώρο διαμονής των οικογενειών των αριστοκρατών, ο οποίος χώρος συνήθως ήταν ένας οχυρωμένος πύργος, ένα κάστρο. Γύρω από αυτό τον πύργο, ο οποίος συχνά περιβαλλόταν από μια τάφρο γεμάτη νερό, για να εμποδίζεται η προσέγγιση των εχθρών, κτίζονταν τα σπίτια (κατά κανόνα καλύβες, παράγκες) των αγροτών που υπάγονταν στο συγκεκριμένο φέουδο. Με την εμφάνιση επιδρομέων, οι χωρικοί κλείνονταν στο κάστρο και οι ικανοί για πόλεμο από αυτούς αμύνονταν μαζί με το στρατό. Πολλές πόλεις της κεντρικής Ευρώπης που περιέχουν τον όρο κάστρο στο όνομά τους (-burg, -bourg, -furt ή -fuerth (κάστρο, φρούριο), Newcastle, Neu Chatell, κ.ά.) είναι εξελίξεις τέτοιων φεουδαρχικών οικιστικών συσπειρώσεων. Μελετώντας την ιστορία ανόδου και σταθεροποίησης της εξουσίας όλων σχεδών των «ευγενών» και «αριστοκρατικών» οικογενειών του Μεσαίωνα και επειδή με αυτούς τους χαρακτηρισμούς δημιουργείται η ψευδής εντύπωση ότι προϋπάρχει μυθική ανώτερη καταγωγή ή έχει προηγηθεί κάποια διαδικασία αξιολόγησης, διαπιστώνεται εύκολα ότι επρόκειτο για απογόνους παλαιότερων αρχηγών συμμοριών, παραιτημένων ή εκδιωγμένων στρατιωτικών, ζωοκλεφτών, καταπατητών κ.ά., οι οποίοι σταδιακά επεξέτειναν με λεηλασίες και ληστείες ή και με κατάλληλους γάμους την περιουσία τους και δημιούργησαν εκ των πραγμάτων εστίες πλούτου και εξουσίας που παρείχαν στους φτωχούς και πεινασμένους της περιοχής ασφάλεια και εργασία.
Η δυτική εκκλησία (επισκοπές και μοναστήρια) έπαιζε ουσιαστικά, όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, το ρόλο της τράπεζας. δάνειζε χρήματα ή έδινε τρόφιμα στους αγρότες σε εποχές προβληματικής παραγωγής και έπαιρνε αγροτικά προϊόντα από τους ίδιους σε εποχές καλής παραγωγής. Με την πάροδο των δεκαετιών και αιώνων συσσωρεύτηκε έτσι τεράστιος πλούτος στις επισκοπές και στα μοναστήρια. Κατά το 10ο και 11ο αιώνα τα μοναστήρια της Λωραίνης (Lorraine, Lothringen) αποτελούσαν τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαχείρισης και διακίνησης χρήματος (με σύγχρονη ορολογία: τράπεζες!) στην κεντρική Ευρώπη! Στη βόρεια Ιταλία αναφέρονται επίσκοποι που διέθεταν στις αγορές της περιοχής προνομιακά θέσεις εμπορείας, τις οποίες υπενοικίαζαν σε πραγματικούς εμπόρους. Για παράδειγμα, ο επίσκοπος Popo της πόλης Aquileja είχε στη δικαιοδοσία του πάνω από τριάντα θέσεις στην αγορά της πόλης και πάνω από είκοσι θέσεις στην αγορά του λιμανιού Pilo (Deschner, βλέπε βιβλιογραφία). Πέρα απ' αυτά, οι επίσκοποι διέθεταν «δικαιώματα» που μεταφράζονται σε πολύ αποδοτικές πηγές πλουτισμού, για τη χρήση της όχθης των ποταμών από κολυμβητές και ευκαιριακούς ψαράδες, για μύλους και λιμάνια, για την προσέγγιση και διανυκτέρευση πλοίων (aquatica, ripatica, palifictura), για χρήση του νερού του ποταμού (πόσιμο, μαγειρικό, βιοτεχνικό κλπ.) Σχεδόν όλοι οι σημαντικοί ποταμοί της βόρειας Ιταλίας ελέγχονταν με τον προαναφερόμενο τρόπο από τους τοπικούς επισκόπους. Αυτός ο πλούτος διατέθηκε, πέρα από την πολυτελή διαβίωση και τις χορηγίες, σε εξαγορές νέων καλλιεργήσιμων ή δασικών εκτάσεων και στην επέκταση σε νέους τομείς παραγωγής. Για παράδειγμα, στην Αγγλία επιδόθηκαν μοναχοί στην εκτροφή ειδικής ράτσας προβάτων, των οποίων το μαλλί διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων. Ανατολή Στο Βυζάντιο υπήρξε μια κάπως διαφορετική εξέλιξη όσον αφορά τις επιδρομές των βαρβαρικών φύλων. Εδώ υπήρχε κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα καλύτερη στρατιωτική και διοικητική οργάνωση και οι αμυντικές οχυρώσεις, φυσικές ή τεχνητές, ήταν αποτελεσματικότερες σε σύγκριση με αυτές στη Δύση. Έτσι, η δύναμη του κεντρικού κράτους ήταν συνήθως επαρκής για να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς ήδη στα σύνορα. Όποτε πέρασαν όμως οι επιτιθέμενοι στην ενδοχώρα, προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές και μερικές φορές δημιούργησαν για αρκετές δεκαετίες κρατίδια ή απλώς εγκαταστάθηκαν μόνιμα χωρίς ιδιαίτερη πολιτική οργάνωση. Ως προς την εσωτερική ειρήνη, στην Ανατολή δεν συγκρούονταν τόσο συχνά μεταξύ τους οι «δυνατοί» και οι επίσκοποι, όπως ήταν κανόνας στη Δύση, αφού το κύρος του αυτοκράτορα και η δυνατότητα επιβολής του ήταν ισχυροί αποτρεπτικοί παράγοντες. Συχνά γίνονταν δε και νομοθετικές παρεμβάσεις, κατά κανόνα με αμφίβολα αποτελέσματα, προς όφελος των μικροκαλλιεργητών και προς περιορισμό της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας. Όσον αφορά φεουδαρχικές, δομές όμοιες με αυτές που εξελίχθηκαν στη Δύση, παίρνουν μορφή από τον 6ο αιώνα και αργά επεκτείνονται μέχρι τον 8ο αιώνα. Η αρχή των φεουδαρχικών ρυθμίσεων γίνεται με το Ιουστινιάνειο Δίκαιο που βελτιώνει μεν τη θέση των δούλων και συνιστά τη χειραφέτησή τους, ενώ για τους δουλοπάροικους προβλέπει ρυθμίσεις που ισχυροποιούν την αναγκαστική προσήλωση τους στη γη. Οι αγρότες στο Βυζάντιο ήταν στην συντριπτική πλειοψηφία τους φτωχοί, με λιτή ενδυμασία και πενιχρή σίτιση. Κύριο ένδυμα του αγρότη που κυκλοφορούσε σχεδόν διαρκώς ξυπόλυτος, ήταν ένα είδος παντελονιού από σκληρό ύφασμα. από πάνω φορούσε ένα μακρύ χιτώνα, χωρίς μανίκια που ήταν δεμένος στη μέση με ζώνη. Η διατροφή του χωρικού ήταν κυρίως κριθαρένιο ψωμί, λαχανικά, φρούτα και νερό με προσθήκη κρασιού (για απολύμανση). Σε εποχές πείνας μοιραζόταν ο αγρότης με τα ζώα του φλούδες σιταριού, πίτουρα και βελανίδια. Οι βυζαντινοί φεουδάρχες και επίσκοποι διαβιούσαν, προφανώς πολύ καλύτερα ντυμένοι και με καλύτερη διατροφή, σε κάποιο ανάκτορο της πόλης τους, η οποία πόλη ήταν κατά κανόνα συνολικά οχυρωμένη ή διέθετε ένα φρούριο σε κάποιο βουνό, όπου αποσυρόταν ο πληθυσμός σε περίπτωση κινδύνου. |
||||
Στις μεγαλύτερες πόλεις, ιδίως όμως στην Κωνσταντινούπολη, υπήρχε ακόμα μια πολύχρωμη κοινωνία από παραμυθάδες, αστρολόγους, μάγους, εξορκιστές, γητευτές φιδιών, εμπειρικούς γιατρούς, μικροεμπόρους, ηθοποιούς, μουσικούς, πωλητές φυλακτών και θαυματουργών ξύλων ή αλοιφών, πόρνες κ.ά., των οποίων η φήμη και η δραστηριότητα έφτανε συχνά μέχρι τα αρχοντικά και το παλάτι, τα σαλόνια και τους κοιτώνες των αριστοκρατών, των κληρικών και του αυτοκράτορα. Μερικοί εκπρόσωποι αυτού του πολύχρωμου συρφετού έγιναν ανώτατοι υπάλληλοι του κράτους, κάποια θηλυκά μέλη του δε ακόμα και αυτοκράτειρες (Αν. Βακαλούδη: «Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο», βλέπε βιβλιογραφία). Το ανατολικό κράτος είχε την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αιώνας) τον αποκλειστικό έλεγχο των εμπορικών οδών προς τις Ινδίες και την Κίνα, μιας και η Δύση ήταν οικονομικά εξασθενημένη (Norwich, βλέπε βιβλιογραφία). Το μόνο πρόβλημα στην εκμετάλλευση του ασιατικού εμπορίου ήταν οι Πέρσες, οι οποίοι ασκούσαν έλεγχο στους δρόμους των καραβανιών και, σε καιρό πολέμου, τους διέκοπταν τελείως. Οι θαλάσσιοι δρόμοι παρουσίαζαν ανάλογες δυσκολίες, δεδομένου ότι τα πλοία έπρεπε να εκφορτώνουν τα εμπορεύματα (μπαχαρικά, πολύτιμοι λίθοι, μετάξι κ.ά.) στο μυχό του Περσικού Κόλπου (περίπου στη σημερινή Βασόρα του Ιράκ). Κάποια εποχή επέβαλαν οι Πέρσες τεράστιους δασμούς για το διαμετακομιστικό εμπόριο, ιδίως στο μετάξι, του οποίου το «μυστικό» παραγωγής κατείχαν αποκλειστικά οι Κινέζοι. Στα μέσα του 6ου αιώνα έγιναν επιτυχείς προσπάθειες να περιοριστούν αυτές οι δυσκολίες στο εμπόριο. Αφενός διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι, οι οποίοι είχαν σχεδιαστεί έτσι, ώστε να παρακάμπτεται η Περσία: ένας δρόμος οδηγούσε στην Ανατολή μέσω Κριμαίας και Καυκάσου και ένας δεύτερος οδηγούσε στην Ερυθρά Θάλασσα και όχι πια στον Περσικό Κόλπο. Ο βόρειος δρόμος λειτούργησε επιτυχώς για αρκετούς αιώνες, ενώ ο νότιος αποδείχθηκε λιγότερο επιτυχής, επειδή οι Πέρσες ασκούσαν έλεγχο και στις θαλάσσιες διαδρομές, αλλά κυρίως στα λιμάνια των Ινδιών και της Κεϋλάνης (σήμερα: Σρι Λάνκα). Για το μετάξι δόθηκε μια λύση, όταν χριστιανοί μοναχοί κατάφεραν να περάσουν κρυφά από την Κίνα στη Δύση αυγά μεταξοσκώληκα, μαζί με τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις. Έτσι στήθηκαν μονάδες παραγωγής μεταξιού στο Βυζάντιο (Κων/πολη, Αντιόχεια, Βηρυτός, αλλά κυρίως στη Θήβα) και η αυτοκρατορική μεταξουργία -πάντα κρατικό μονοπώλιο- έγινε ένας από τους πιο επικερδείς κλάδους παραγωγής. Στους τελευταίους αιώνες της 1ης μ.Χ. χιλιετίας οι συνθήκες είναι σίγουρα διαφορετικές από εκείνες της εποχής του Ιουστινιανού, αφού η βυζαντινή κοινωνία έχει πλέον στρατιωτικό προσανατολισμό, λόγω των συνεχών επιδρομών από τα Βαλκάνια (κυρίως Βούλγαροι) και τη Μικρά Ασία (Σαρακηνοί). Η αστική αριστοκρατία της ιουστινιάνειας εποχής διατηρείται μόνο στην πρωτεύουσα, ενώ οι υπόλοιπες πόλεις της αυτοκρατορίας υποβαθμίζονται αργά αλλά σταθερά σε οχειρωμένους οικισμούς. Λόγω και της γενικότερης κρίσης στους πρώτους αιώνες της επόμενης χιλιετίας (βλέπε Παράρτημα), οι οικισμοί αυτοί δεν μπόρεσαν να αναδειχθούν σε πόλεις νέου τύπου, στις οποίες θα προέκυπταν περίσσευμα πλούτου και γνώσεις και, μαζί τους, ένας νέος πολιτισμός, όπως συνέβη στη Δύση. |
||||
| Βυζαντινοί και αραβικοί μηχανισμοί | ||||
Μόλις το έτος 1983 εντοπίστηκε από το Βρετανικό Μουσείο ένας μηχανισμός από τον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος αποτελεί φορητό ρολόι/ημερολόγιο. Πρόκειται για μηχανισμό σημαντικά απλούστερο από εκείνο των Αντικυθήρων και, λόγω της φορητότητάς του, δεν μπορεί να προσδιοριστεί κάποια περιοχή στην οποία κατασκευάστηκε, παρά μόνο γενικά ως ο «ελληνόφωνος χώρος». Ο μηχανισμός αυτός φέρει επάνω του χαραγμένα σε ελληνική γλώσσα τα τοπωνύμια των γνωστών πόλεων τη βυζαντινής εποχής, τα γεωγραφικά πλάτη αυτών των πόλεων, συντομογραφίες για τα ονόματα των μηνών του ιουλιανού ημερολογίου, τα ονόματα ημερών κ.ά. Υπάρχουν επίσης αριθμήσεις από Α' μέχρι ΚΘ' (1-29) και από Α' μέχρι Λ' (1-30).
Ο 'Αγγλος ερευνητής M.T.Wright (Ράιτ, περιοδικό Αρχαιολογία, τ. 96, βλέπε βιβλιογραφία) μελέτησε αυτό το μηχανισμό και παρουσίασε μια ανακατασκευή του, αξιοποιώντας και πληροφορίες από συγγράμματα του Πέρση φιλόσοφου, μαθηματικού και αστρονόμου, Αλ Μπιρουνί (Abu-Reyhan Birouni, 973-1048), ο οποίος περιγράφει όμοιους μηχανισμούς με γρανάζια. Ο Μπιρουνί δεν φαίνεται να γνωρίζει τους κατασκευαστές των πρωτότυπων μηχανισμών που περιγράφει ο ίδιος και πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτοί οι μηχανισμοί ανήκουν σε μια ελληνόφερτη παράδοση που χάνεται στο παρελθόν. Σήμερα εικάζουμε ότι οι μηχανισμοί ήταν οι τελευταίοι μιας ελληνικής και ελληνιστικής παράδοσης, η οποία είχε αρχίσει να εξαφανίζεται, πιθανότητα από έλλειψη ζήτησης και λόγω της γενικότερης πολιτισμικής υποβάθμισης στο βυζαντινό χώρο. Υπολείμματα αυτής της κατασκευαστικής παράδοσης διασώθηκαν και μελετήθηκαν στον αραβο-περσικό χώρο, από τον οποίο επέστρεψαν κατά στους πρώτους αιώνες της δεύτερης χιλιετίας πάλι στην Ευρώπη - όχι όμως πια στην παρακμάζουσα Ανατολή (Βυζάντιο), αλλά στην πολιτισμικά ανερχόμενη Δύση. Σ' αυτή τη μεταφορά γνώσεων είναι πιθανό να έπαιξαν ρόλο οι δυτικές σταυροφορίες στην Εγγύς Ανατολή. Τα στρατεύματα συνοδεύονταν από κληρικούς (για εκχριστιανισμό όσων Μωαμεθανών επιζούσαν) και από φυσιοδίφες, οι οποίοι εξερευνούσαν την παροιμιώδη «παραμυθένια» Ανατολή. |
||||
Στο λεγόμενο «Παλάτι της Μαγναύρας» εγκατέστησε ο Θεόφιλος «μηχανικές κατασκευές», με εντυπωσιακά διακοσμητικά και λειτουργικά στοιχεία. (Norwich, βλέπε βιβλιογραφία). Σε περιγραφές πρεσβευτών αναφέρεται ότι, ο αυτοκρατορικός θρόνος στη Μαγναύρα βρισκόταν στη σκιά ενός ολόχρυσου πλάτανου, τα κλαδιά του οποίου ήταν γεμάτα από μηχανικά πουλιά, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Αυτά τα πουλιά κελαηδούσαν και έδιναν στον παρατηρητή την εντύπωση ότι πηδάνε από τον πλάτανο στο θρόνο και πάλι πίσω. Γύρω δε από τον κορμό του πλάτανου υπήρχαν ολόχρυσοι γρύπες και λιοντάρια που βρυχιόνταν. Με ένα νεύμα του αυτοκράτορα έμοιαζαν τα τεχνητά ζώα να «ζωντανεύουν» και να προκαλούν ήχους, συνοδευόμενα από μουσική οργάνων. Με ένα δεύτερο νεύμα ακολουθούσε σιωπή! Την ώρα που οι επισκέπτες αποχωρούσαν, άρχιζαν πάλι οι κινήσεις των ζώων, οι βρυχηθμοί των αρπακτικών και τα κελαηδήματα των πτηνών. Ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμόνας, περιγράφει σε αναφορά του, μετά την πρώτη διπλωματική αποστολή του στην Κων/πολη, τους μηχανισμούς στο παλάτι της Μαγναύρας, μεταξύ άλλων, ως εξής: «Παρόλο που με την άφιξή μου τα δύο λιοντάρια βρυχήθηκαν και τα πουλιά κελάηδησαν, το καθένα ανάλογα με το είδος του, δεν με κατέλαβε φόβος ούτε θαυμασμός, διότι μου τα είχε προαναγγείλει κάποιος... Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα. Σήκωσα μετά το κεφάλι μου κι εκείνος που είχα δει πριν να κάθεται λίγο υπερυψωμένα από το δάπεδο, φάνηκε τώρα να φορά άλλα ρούχα και να βρίσκεται κοντά στο ταβάνι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς συνέβη αυτό, παρά μόνο πως τον ανύψωσε μέχρι εκεί κάποιο εργαλείο» («Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, Πρεσβεία στην Κων/πολη του Νικηφόρου Φωκά», εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 1997-98.) Αν όλα αυτά δεν οφείλονται σε υπερβολές ευφάνταστων επισκεπτών, είναι πιθανόν να ευσταθούν οι πληροφορίες ότι κατασκευαστής τους ήταν ο Λέων ο Μαθηματικός από τη Θεσσαλία, ο οποίος χρησιμοποιούσε ως κινητήρια δύναμη «συμπιεσμένο αέρα». Με αυτή την έννοια οι μηχανικές κατασκευές στα ανάκτορα ήταν «αυτόματα», ανάλογα με εκείνα της ελληνιστικής εποχής. Κατά μία άλλη εκδοχή, τα αυτόματα που περιγράφηκαν βρίσκονταν και στα ανάκτορα του Βρύαντα, στην ασιατική ακτή της Κων/πολης, τα οποία είχαν κατασκευαστεί από 'Αραβες τεχνικούς με αραβική τεχνοτροπία. Έτσι εικάζεται ότι και οι μηχανισμοί που περιγράφει ο Λιουτπράνδος μπορεί να είχαν αραβική προέλευση και αποτελούσαν καταρχάς μέρος της συγκρότησης του ανακτόρου, στη συνέχεια δε επεκτάθηκαν ή μεταφέρθηκαν στα ανάκτορα της Μαγναύρας (Κ.Κανάβας: Θαυμαστές μηχανές από την Ανατολή, στο τ. 96 του περιοδικού «Αρχαιολογία», βλέπε βιβλιογραφία.) Οι 'Αραβες επιστήμονες και τεχνικοί δεν παρουσιάζονται στο προσκήνιο εκ του μηδενός! Ηδη από τόν 4ο μ.Χ. αιώνα, όταν άρχισαν στο ρωμαϊκό κράτος οι διωγμοί κατά των εθνικών καί κάθε ετερόδοξου, «αιρετικοί» χριστιανοί, όπως Νεστοριανοί και Μονοφυσίτες από τη Συρία, πραγματοποίησαν μεταφράσεις ελληνικών και ελληνιστικών συγγραμμάτων στην περσική γλώσσα. Δύο αιώνες αργότερα, όταν ο Ιουστινιανός καταργεί τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας, ανάμεσά τους και την αρχαιότερη Ακαδημία του Πλάτωνα, οι φιλόσοφοι που δίδασκαν εκεί, καταφεύγουν στήν Αυλή τού Πέρση βασιλιά Χοσρόη, όπου αξιοποιήθηκαν για τη μεταλαμπάδευση της ελληνικής φιλοσοφίας στον αραβο-περσικό χώρο. Έτσι δημιουργήθηκε μια πνευματική παράδοση, η οποία διαδόθηκε ευρύτερα από τον 8ο αιώνα, με το άπλωμα της αραβο-ισλαμικής κυριαρχίας, από τα σημερινά Αφγανιστάν, Ουσμπεκιστάν και τη Βαγδάτη, μέχρι την Παλαιστίνη, Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Ισπανία. Σπουδαίοι μουσουλμάνοι δάσκαλοι εκείνης της εποχής και μερικούς αιώνες αργότερα, όπως ο Αλ Φαραμπί το 10ο, ο Αβικένας και ο Αλ Μπιρουνί τον 11ο, ο Αβερρόης και ο Αλ Γκαζάλι το 12ο, ο Αλ Σατίμπι το 13ο και ο Ιμπν Χαλντούν το 14ο αιώνα, ανέπτυξαν τη φιλοσοφία, τα μαθηματικά, την αρχιτεκτονική, τη νομική, την ιατρική, στηριζόμενοι σε μεταφράσεις κειμένων του Αριστοτέλη. Ακόμα, έθεσαν τα θεμέλια της ανάπτυξης του σύγχρονου κράτους με ορθολογικές μεθόδους καταγραφής και προγραμματισμού. Όποια κι αν ήταν η προέλευσή των αυτόματων του αυτοκρατορικού παλατιού στην Πόλη, γεγονός είναι ότι αυτές οι επινοήσεις και κατασκευές που φαίνεται να είχαν ως αποκλειστικό στόχο την ψυχαγωγία και τον εντυπωσιασμό, δεν αποτυπώθηκαν παρά σε ελάχιστα γραπτά. Πολύ σημαντικότερο είναι ότι οι μηχανισμοί δεν είχαν καμιά συνέχεια στην επιστήμη και την τεχνολογία του Βυζαντίου. Η παραγωγική υποδομή της εποχής στηριζόταν σε δουλοπάροικους και άλλους εξαρτημένους εργάτες και δεν υπήρχε ποτέ κάποια σκέψη να βελτιωθεί ή υποστηριχθεί η χειρονακτική δουλειά τους με κάποιους από αυτούς τους αυτοματισμούς, όπως συνέβη κατά τη βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη, μερικούς αιώνες αργότερα. Σε κείμενο του 10ου αιώνα αναφέρεται ότι ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Γ' πρόσταξε τεχνίτες να λιώσουν τους μηχανισμούς και να εξαγάγουν τα πολύτιμα μέταλλα ώστε να εξοικονομηθούν χρήματα για την πληρωμή του στρατού (Π.Ανδρούδης: «Μαρτυρίες για τα αυτόματα στο Βυζάντιο και τους γειτονικούς λαούς», Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, βλέπε βιβλιογραφία). Έτσι, μάλλον αποκλείεται να εντοπιστεί σε ανασκαφές κάποιο τμήμα αυτών των μηχανισμών και να μελετηθεί η συγκρότηση και η λειτουργία του. |
|
|
|||
|
|
|||
|
|